διδάσκαλος

ὁ / ἡ διδάσκαλος учитель(ница); в частн. учитель хора в аттич. театре, режиссер

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "διδάσκαλος" в других словарях:

  • διδάσκαλος — teacher masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδάσκαλος — ο βλ. δάσκαλος …   Dictionary of Greek

  • διδάσκαλος — ο αυτός που μεταδίδει γνώσεις σε μαθητές, ο δάσκαλος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Πολλῶν ὁ λιμὸς γίγνεται διδάσκαλος. — См. Нужда скачет и пляшет, нужда и песеньки поет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • διδασκάλω — διδάσκαλος teacher masc/fem nom/voc/acc dual διδάσκαλος teacher masc/fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλοιν — διδάσκαλος teacher masc/fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλοις — διδάσκαλος teacher masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλου — διδάσκαλος teacher masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλους — διδάσκαλος teacher masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλων — διδάσκαλος teacher masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διδασκάλως — διδάσκαλος teacher masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.